Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Μνημόνιο της παιδείας (Ιανουάριος 2011)



Εδώ και αρκετούς μήνες ζούμε τις επιπτώσεις του μνημονίου της τρόικας στον τομέα της εργασίας στην καθημερινότητα μας. Η κατοχική κυβέρνηση του ΔΝΤ, όμως, σκοπεύει να επεκτείνει την εφαρμογή του Μνημονίου και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με μια σειρά ρυθμίσεων που έχουν ξεκάθαρα στόχο τη μετατροπή των δημόσιων πανεπιστημίων σε παραρτήματα ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Με το Μνημόνιο της παιδείας εισάγεται ο θεσμός του Συμβουλίου στη διοίκηση του πανεπιστημίου. Ενώ όμως θεσπίζεται με πρόσχημα την ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων, στην ουσία λειτουργεί εναντίον του. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στο κείμενο της διαβούλευσης αναφέρεται η συμμετοχή σε αυτό μελών που δεν ανήκουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, τα οποία επιλέγονται ως άτομα Από τη στιγμή όμως που θα δρουν ατομικά δε τους εμποδίζει τίποτα από το να εξυπηρετούν προσωπικά και εταιρικά συμφέροντα. Και όλα αυτά εκμεταλλευόμενα την υλική και πνευματική ιδιοκτησία του πανεπιστημίου (έρευνα, προσωπικό, χρηματοδότηση).
Το Συμβούλιο αυτό θα αναλαμβάνει αρμοδιότητες όπως την χρηματοδότηση του κάθε ιδρύματος, την αξιοποίηση της περιουσίας του, την τήρηση του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας καθώς και την έγκριση της διεθνούς στρατηγικής του ιδρύματος.
Είναι γεγονός λοιπόν ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο οδηγείται σε αδιέξοδο: Από τη μία η τεράστια ελάττωση της χρηματοδότησης (μειώνεται φέτος περαιτέρω κατά 22%, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται κατά 50%) το αναγκάζει να στραφεί στις ιδιωτικές επιχορηγήσεις, με το αντίστοιχο φυσικά αντάλλαγμα. Από την άλλη με τη σύσταση του συμβουλίου οι αγορές συμμετέχουν και επίσημα πλέον στη διαχείριση του πανεπιστημίου. Έτσι, η προφανής  ¨λύση¨  στο πρόβλημα της ελλιπούς κρατικής χρηματοδότησης (που δεν είναι άλλη από την ιδιωτική χρηματοδότηση) έρχεται στο πιάτο με τη συνεργασία του κράτους.
Τι πρόκειται όμως να αλλάξει με την είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Καταρχάς χάνεται ο κοινωνικός του χαρακτήρας. Το πανεπιστήμιο δε θα δρα πια για το όφελος της κοινωνίας και της Επιστήμης. Δε θα αποτελεί τίποτα άλλο παρά ένα μέσο που ως αυτοσκοπό θα έχει την αύξηση της κερδοφορίας των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.
Ως συνέπεια, η χρηματοδότηση θα επικεντρώνεται στις τεχνολογικές και οικονομικές σχολές (δηλαδή αυτές που μπορούν να εξυπηρετήσουν άμεσα την αγορά) και οι σχολές με ανθρωπιστικό και κοινωνικό γνωστικό αντικείμενο θα αφήνονται στην τύχη τους. Σε παρόμοιο μοντέλο θα κινείται και η χρηματοδότηση της έρευνας καθώς το βάρος θα δίνεται στις οικονομικά κερδοφόρες, ενώ οι έρευνες με καθαρά επιστημονικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα που δε θα επιφέρουν κανένα κέρδος στις επιχειρήσεις θα χρηματοδοτούνται ελάχιστα ή καθόλου.
Η χρηματοδότηση των Α.Ε.Ι. επιδιωκόταν να περάσει στον έλεγχο του ιδιωτικού κεφαλαίου και μέσω του θεσμού της αξιολόγησης, που εισήχθη την περασμένη χρονιά. Αυτό που προσπάθησε η προηγούμενη κυβέρνηση να εφαρμόσει ήταν η διενέργεια εσωτερικής αξιολόγησης σε κάθε ίδρυμα και η περεταίρω επεξεργασία των αποτελεσμάτων της από την Επιτροπή Εξωτερικής Αξιολόγησης, η οποία απαρτίζεται και από μη ακαδημαϊκά μέλη. Μία από τις προτάσεις του Μνημονίου για την παιδεία είναι η «Μετεξέλιξη της Ανεξάρτητης Αρχής για τη Διασφάλιση της Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης (Α.ΔΙ.Π.) σε Ανεξάρτητη Αρχή Αξιολόγησης, Πιστοποίησης και Χρηματοδότησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης». Αυτή μάλιστα θα λειτουργεί «με την υποστήριξη ειδικών επιστημόνων και φορέων» (με λίγα λόγια εξωπανεπιστημιακών παραγόντων). Έτσι ανοίγει άλλη μία πόρτα για τη διείσδυση του ιδιωτικού κεφαλαίου στη διαχείριση των πανεπιστημιακών πόρων.
Και όταν αναφερόμαστε σε ιδιωτικό κεφάλαιο δεν εννοούμε μόνο το εγχώριο αλλά και το διεθνές. Και αυτό γιατί στο πλαίσιο της διεθνοποίησης (όσον αφορά οικονομικούς όρους πάντα) της ανώτατης εκπαίδευσης προτείνεται η «Πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών των ελληνικών ιδρυμάτων από διεθνείς επιτροπές επιστημόνων».
Οι αλλαγές που έρχεται να προτείνει το κείμενο της διαβούλευσης δεν αφήνουν ανέγγιχτη ούτε τη διοίκηση του πανεπιστημίου, ούτε τη δομή του διδακτικού προσωπικού.
Το Συμβούλιο, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, θα είναι υπεύθυνο για την επιλογή του εκάστοτε πρύτανη καθώς και για την παύση των καθηκόντων του, όταν αυτό το κρίνει αναγκαίο. Έτσι ο ρόλος του πρύτανη θα είναι μόνο διακοσμητικός καθώς οι αρμοδιότητες του θα περιλαμβάνουν αποκλειστικά τα ακαδημαϊκά ζητήματα (δηλαδή μόνο τα εκπαιδευτικά) και θα είναι διαρκώς υπόλογος στο Συμβούλιο.
Όσον αφορά το προσωπικό του εκάστοτε ιδρύματος, στο κείμενο της διαβούλευσης εισάγεται μια ριζική αλλαγή πάνω στη διάρθρωση των βαθμίδων. Πλέον οι βαθμίδες του διδακτικού προσωπικού περιορίζονται σε τρεις (καθηγητές, αναπληρωτές, επίκουροι) ενώ μόνιμο προσωπικό αποτελούν μόνο οι δυο πρώτες βαθμίδες (καθηγητές, αναπληρωτές). Επιπλέον σύμφωνα με το ίδιο κείμενο ο λέκτορας δεν αποτελεί πλέον εξελίξιμη βαθμίδα. Με τον τρόπο αυτό εισάγεται και μέσα στο πανεπιστήμιο η πολιτική της μη μόνιμης εργασίας.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση του ΔΝΤ μέσω του Μνημονίου της παιδείας είναι η κατάργηση του αυτοδιοίκητου και όχι η ισχυροποίηση του, όπως ισχυρίζεται. Αυτό αποτελεί κατάφορη παραβίαση του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται με σαφήνεια το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. Όπως συνταγματική παραβίαση αποτελεί και η λειτουργία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (ΚΕΣ), που άρχισαν να λειτουργούν με το που ανέλαβε το υπουργείο η Διαμαντοπούλου. Ακόμη, με την εισαγωγή Συμβουλίων, και κατά συνέπεια ιδιωτικών επιχειρήσεων στα ΑΕΙ, η ακαδημαϊκή έρευνα θα είναι πια πλήρως κατευθυνόμενη ώστε να εξυπηρετεί τις αγορές. Μιλάμε δηλαδή για ξεκάθαρη καταπάτηση του Ασύλου, το οποίο διασφαλίζει την ελεύθερη και μη ετεροκατευθυνόμενη διεξαγωγή της ακαδημαϊκής έρευνας.
Εκτός από αυτές τις αλλαγές που δρομολογούνται στη διοίκηση των ΑΕΙ και στα εργασιακά δικαιώματα του διδακτικού προσωπικού, το Μνημόνιο της παιδείας προχωράει και την αλλαγή της ίδιας τη δομής των σπουδών στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Μία από τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις είναι η δημιουργία, σε όλες τις σχολές, ενός προπαρασκευαστικού έτους: «Οι φοιτητές εντάσσονται στα επιμέρους προγράμματα σπουδών της Σχολής, μετά από το τέλος του πρώτου έτους, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις προτιμήσεις τους». Δηλαδή, ύστερα από το τελείως ανταγωνιστικό σύστημα των πανελλήνιων (ή από το όποιο εξίσου ανταγωνιστικό σύστημα θα αντικατασταθούν) οι φοιτητές θα έρχονται αντιμέτωποι με ακόμα μία μάχη, με έπαθλο μία θέση σε ένα πανεπιστημιακό τμήμα. Έτσι, οι φοιτητές για ακόμα ένα χρόνο θα εξακολουθούν να συμμετέχουν σε ένα σκληρό σύστημα εξετάσεων. Φυσική συνέπεια του παραπάνω συστήματος είναι η είσοδος της παραπαιδείας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι σήμερα συμβαίνει, καθώς όλοι οι φοιτητές θα είναι πρόθυμοι να πληρώσουν αδρά για την είσοδο στη ¨σχολή των ονείρων τους¨.
Στην ίδια ενότητα του κειμένου της διαβούλευσης αναφέρεται το εξής:
«Θεσμοθετείται η δυνατότητα προσφοράς προγραμμάτων σπουδών μονοετούς ή διετούς διάρκειας». Με τον τρόπο αυτό ανοίγεται ένα παράθυρο για το «σπάσιμο» των σπουδών μας σε δύο κύκλους, όπως ακριβώς επιτάσσεται από τη Συνθήκη της Μπολόνια. Έναν κύκλο διάρκειας 3 ή 4 ετών – που αντιστοιχεί σε επίπεδο Bachelor – και έναν  άλλο διάρκειας 2 ή 1 ετών αντίστοιχα– που απονέμει τίτλο Master – στον οποίο θα προβιβάζεται μόνο ένα μικρό ποσοστό (της τάξεως 20% – 30%), όπως στις χώρες όπου έχει ήδη εφαρμοστεί.
   Παράλληλα με τις υπόλοιπες αλλαγές έρχεται να περάσει και το σύστημα των πιστωτικών μονάδων για την επιλογή μαθημάτων. Δηλαδή, για να περάσει ένας φοιτητής από το ένα εξάμηνο στο άλλο θα χρειάζεται να συγκεντρώσει ένα συγκεκριμένο αριθμό μονάδων. Άρα, όπως γίνεται κατανοητό θα καταρτίζουμε το πρόγραμμα σπουδών μας όχι βάσει των επιστημονικών μας προτιμήσεων, αλλά κυνηγώντας μονάδες. 
Οι διατάξεις αυτές όμως, που αποσκοπούν στην «ευελιξία» του φοιτητή όσον αφορά τις επιλογές του κατά τη διάρκεια των σπουδών του, επιφέρουν στην ουσία τον κατακερματισμό του γνωστικού μας αντικειμένου – κάτι που συνεπάγεται ελλιπή γνώση και ελλιπή εργασιακά δικαιώματα. Επιφέρουν, επίσης, πιο εντατικούς ρυθμούς σπουδών και περισσότερο ανταγωνισμό, καθώς θα μεσολαβούν εξετάσεις τόσο μετά το προπαρασκευαστικό έτος, όσο και στο ενδιάμεσο των δύο κύκλων. Τέλος, δημιουργούνται με τον τρόπο αυτόν πτυχιούχοι πολλών εξειδικεύσεων και πολλών ταχυτήτων, κάτι που βολεύει την παγκοσμιοποιημένη ελαστική αγορά εργασίας – για  την οποία γίνεται συνεχώς λόγος στο κείμενο της διαβούλευσης – καθώς εργαζόμενοι χωρίς κοινά δικαιώματα είναι εργαζόμενοι χωρίς κοινές  διεκδικήσεις.

Σύνδεση του μνημονίου στην παιδεία με αυτό στην εργασία
Σε συνδυασμό όμως, με τις αλλαγές στον χώρο της εργασίας που έχει φέρει στην Ελλάδα το Δ.Ν.Τ. οι παραπάνω αλλαγές έρχονται σε άμεση σύνδεση με το εργασιακό μας μέλλον και ολοκληρώνουν το νόημα των αλλαγών που επιχειρούνται στην παιδεία.
Η διάλυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με την υπερίσχυση των κλαδικών συμβάσεων θα οδηγήσει στην περαιτέρω μείωση των μισών που θα είναι και νομικά κατοχυρωμένη πια, έτσι ώστε να είναι και χαμηλότεροι των επίσημων 700 ευρώ! Στη συνέχεια η ύφεση που τροφοδοτεί την ανεργία ολοένα και περισσότερο, δημιουργεί μια στρατιά ανέργων η οποία θα είναι διατεθειμένη να δουλέψει με οποιοδήποτε μισθό, έτσι ώστε να καταφέρει να επιβιώσει και η οποία με τη σειρά της θα βοηθά την επιδίωξη του κεφαλαίου να μειώσει στο ελάχιστο το κόστος εργασίας.
Ελαστικά ωράρια => ελαστικοί μισθοί => ελαστικά όρια συνταξιοδότησης: κοινός παρονομαστής; Η συρρίκνωση των συμφερόντων όσων πλήττονται καθημερινά, από μια κρίση που δεν έχει πλήξει καθόλου το ισχυρό κεφάλαιο.

Εφόσον, η υπό διαμόρφωση εργατική τάξη (στην οποία ακόμα και αν πολλοί δυσκολεύονται να το αποδεχτούν, βρισκόμαστε και εμείς) δεν επιχειρήσει να αποτινάξει από πάνω της το ζυγό του ΔΝΤ, εγχώριου κεφαλαίου και κομματικού συστήματος τότε είναι καταδικασμένη η επόμενη παραγωγική γενιά, να υποφέρει από λάθη δικά μας…

Η απάντηση στην κρίση βρίσκεται στο εργοστάσιο και στη σχολή, όχι στην επιβολή

ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ – ΙΣΟΤΗΤΑ – ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου