Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ (2009)


Η αξιολόγηση είναι ένα βήμα πριν από την εφαρμογή της και στη σχολή μας. Ως γνωστόν έχει ήδη εφαρμοστεί σε 4 ιδρύματα στην Ελλάδα. Προτού όμως αναλύσουμε τη θέση μας πάνω στην αξιολόγηση, όπως μας την προτείνουν, ας ρίξουμε μια ματιά στο γραφειοκρατικό σκέλος της υπόθεσης για να μιλάμε με στοιχεία και όχι με υποθέσεις.
Η αξιολόγηση πανελλαδικά οργανώνεται από μια επιτροπή που ονομάζεται Α.ΔΙ.Π. (Αρχή της Διασφάλισης Ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση ). Αποτελείται από 11 καθηγητές που ορίζονται από Υπουργείο Παιδείας, ένα εκπρόσωπο των φοιτητών, ένα των σπουδαστών, ένα ερευνητή μη ακαδημαϊκό και ένα εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων. Σε κάθε τμήμα η αξιολόγηση διενεργείται από τη ΜΟ.ΔΙ.Π. (Μονάδα Διασφάλισης Ποιότητας), που αποτελείται από 3 μέλη Δ.Ε.Π., έναν εκπρόσωπο του διοικητικού ή επι-στημονικού χώρου, έναν των φοιτητών και έναν των σπουδαστών. Έτσι, διενεργείται το πρώτο σκέλος της αξιολόγησης, η εσωτερική : γίνεται κάθε χρόνο με τη διαδικασία της συμπλήρωσης ερωτηματολογίων από τους φοιτητές, κατά τη διάρκεια υποχρεωτικών μαθημάτων. Τα ερωτηματολόγια έχουν να κάνουν με την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, την ποιότητα των συγγραμμάτων, την επάρκεια της υλικοτεχνικής υποδομής και την αξιολόγηση των υπηρεσιών της γραμματείας. Αφού συλλεχθούν τα ερωτηματολόγια, γίνεται από τη ΜΟ.ΔΙ.Π η σύνταξη της έκθεσης της εσωτερικής αξιολόγησης. Προηγουμένως έχει δια-μορφώσει μια έκθεση με «συγκεντρωτικά στοιχεία με ποσοτικά δεδομένα για τους φοιτητές ή σπουδαστές, τα μέλη Δ.Ε.Π. ή Ε.Π., το λοιπό επιστημονικό προσωπικό, το διοικητικό προσωπικό, το πρόγραμμα σπουδών, τη φοιτητική μέριμνα, τις διοικητικές υπηρεσίες, την υλικοτεχνική υποδομή και κάθε άλλο θέμα που αφορά στη λειτουργία της ακαδημαϊκής μονάδας», στην ανάλυση των οποίων στηρίζεται η εσωτερική αξιολόγηση. Το πόνημα όμως αυτό δε φαίνεται να έχει κάποια δεσμευτικότητα, καθώς ο νόμος αρκείται να αναφέρει πως η επιτροπή εξωτερικής αξιολόγησης (που έχει το λόγο τελικά)  απλώς τη «λαμβάνει υπόψη της». Η εξωτερική αξιολόγηση διενεργείται από την Επιτροπή Εξωτερικής Αξιολόγησης. Μέλη της «Ανεξάρτητοι εμπειρο-γνώμονες, επιστήμονες αναγνωρισμένου κύρους» που κληρώνονται από το σχετικό μητρώο που τηρεί η Α.ΔΙ.Π., η οποία συντονίζει τη διαδικασία σε εθνικό επίπεδο. Η επιτροπή αυτή κρίνει και αξιολογεί τα αποτελέσματα της εσωτερικής αξιολόγησης πραγμα-τοποιώντας επιτόπιες επισκέψεις και συζητήσεις και καταλήγει στη «σύνταξη της έκθεσης εξωτερικής αξιολόγησης της ακαδημαϊκής μονάδας, η οποία περιλαμβάνει αναλύσεις, διαπιστώσεις, συστάσεις και υποδείξεις των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο η ποιότητα του διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου έργου ή να αντιμετωπιστούν τυχόν αδυναμίες και αποκλίσεις που εντοπίστηκαν σε σχέση με τη φυσιογνωμία, τους στόχους και την αποστολή κάθε ακαδημαϊκής μονάδας». Την έκθεση αυτή αναλαμβάνει να δημοσιοποιήσει η Α.ΔΙ.Π.
Το παραπάνω εγχείρημα που αναλύθηκε φαίνεται να εξυπηρετεί και να προασπίζει το συμφέρον και τις ανάγκες του φοιτητή. Αλλά ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική και πιο καχύποπτη ματιά στο νόμο. Τα μέλη της Α.ΔΙ.Π. θα ορίζονται από το ΥΠΕΠΘ, άρα θα εναπόκεινται στον έλεγχο και την ποδηγέτηση τους από την εκάστοτε κυβέρνηση. Ο εκπρόσωπος των   
φοιτητών και σπουδαστών θα προέρχεται από τους κόλπους της Ε.Φ.Ε.Ε.(Eθνική Φοιτητική Ένωση Eλλάδος) και Ε.Σ.Ε.Ε. (Εθνικής Σπουδαστικής Ένωσης Ελλάδας), οι οποίες είναι τα νεκρά συνδικαλιστικά όργανα των φοιτητών. Τέλος, έχουμε έναν εκπρόσωπο των επιμελητηρίων και έναν εκπρόσωπο που δε θα είναι ακαδημαϊκός!!!
Επομένως, αφήνεται το παράθυρο ανοιχτό για τις ιδιωτικές εταιρίες να εισάγουν ένα δικό τους εκπρόσωπο στη διαδικασία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να πιέσει με τον τρόπο του στη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδών με πολύ πιο χρηματοοικονομικά κριτήρια.




Κατόπιν, εφόσον μελετήσει κανείς προσεκτικά το νόμο θα παρατηρήσει ότι η εσωτερική αξιολόγηση (για την οποία ενδιαφέρονται και οι περισσότεροι φοιτητές) έρχεται μάλλον σε δεύτερη μοίρα. Ο νόμος περιστρέφεται κυρίως γύρω από την εφαρμογή της εξωτερικής αξιολόγησης στην οποία θα έχει πρόσβαση αλλά και λόγο το ιδιωτικό κεφάλαιο. Επίσης, θα έχει άμεση σχέση με τη χρηματοδότηση της υπό αξιολόγησης σχολής, όσο κι αν η κοινοβουλευτική κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο. Μάλιστα, στο νόμο περί αξιολόγησης, δε γίνεται καμία νύξη για χρηματοδότηση. Αυτό γίνεται όμως στο νόμο πλαίσιο : «Η πρόταση για το τετραετές ακαδημαϊκό − αναπτυξιακό πρόγραμμα υποβάλλεται από κάθε Α.Ε.Ι. στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του προηγούμενου έτους από το οποίο αρχίζει το πρόγραμμα αυτό. Για την εκτίμηση της πρότασης για το τετραετές ακαδημαϊκό − αναπτυξιακό πρόγραμμα, εκ μέρους του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η συμμόρφωση προς τα αποτελέσματα της διαδικασίας αξιολόγησης». Άρα το κράτος θα μπορεί να ελέγχει άμεσα το πόσο συμμορφώνονται τα τμήματα στις υποδείξεις του και εφόσον αυτό δε γίνεται αυτές οι σχολές θα οδηγούνται σε μαρασμό έως το τελικό κλείσιμό τους. Και αν αυτό φαντάζει μια αβάσιμη εικασία, τότε καλά θα κάνει ο αναγνώστης να δει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στη Βρετανία (την οποία αντιγράφει σχεδόν πιστά το ελληνικό μοντέλο). Από το 2001 έχουν χαθεί 3500 περίπου θέσεις πανεπιστημιακών, λόγω της αναδιάρθρωσης που έχει συντελεστεί μέσω της διαδικασία της αξιο-λόγησης. Αρκεί μια βαθμολόγηση με 4 στα 5 από την RAE (το άριστα είναι το 5) για δυσάρεστες συνέπειες, με κυριότερη αυτήν της μείωσης της χρημα-τοδότησης. Πολλά πανεπιστήμια αναγκάζονται να κλείσουν- παραδοσιακά τμήματα που προσφέρουν μια σφαιρική και γενική ενασχόληση πάνω σε ένα γνωστικό αντικείμενο (Φυσικό, Χημικό τμήμα κ.α.)- και να δημιουργηθούν στη θέση τους τμήματα ειδικευμένα που ικανοποιούν εφήμερες ανάγκες της αγοράς και φέρνουν χρήμα μέσω της έρευνας. Και ένα παράδειγμα που αφορά το τμήμα μας: Στο Anglia Polytechnic University, το κλείσιμο του Χημικού τμήματος και η μετατροπή του σε ιατροδικαστική επιστήμη αιτιολογήθηκε ως εξής: «Ακολουθούμε την αγορά και μια καθαρή τάση της αγοράς». Αν δεν επιθυμούμε μια τέτοια εξέλιξη, τότε πρέπει να συμμορφωθούμε με τις επιταγές του κράτους ή να αξιολογήσουμε το τμήμα μας με πολύ υψηλές βαθμολογίες (όπως έχει συμβεί πολλές φορές στη Βρετανία, όπου οι ίδιοι οι καθηγητές παρακαλούσαν τους φοιτητές να βάλουν υψηλές βαθμολογίες στο τμήμα τους!), ώστε να αποφύγουμε το παραπάνω σενάριο.

Ποιο θα είναι το νόημα της αξιολόγησης όμως έτσι; Μήπως αντί να έχουμε την επιθυμητή ώθηση προς την πρόοδο έχουμε ένα βίαιο πισωγύρισμα;
 Επιπρόσθετα, πως θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε την υπάρχουσα υποδομή, που ομολογουμένως χρήζει άμεσης βελτίωσης, χωρίς την αύξηση της κρατικής δαπάνης για τη δημόσια παιδεία; Εφόσον διαπιστωθούν οι κραυγαλέες αδυναμίες πολλών ιδρυμάτων πως θα επιτευχτεί η βελτίωση της ποιότητάς τους χωρίς την αύξηση των πόρων που θα καλύψουν το κόστος της επιχειρούμενης αλλαγής (προς το καλύτερο); Μήπως επιχειρείται έμμεσα η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας, μέσω της αξιολόγησης → υποχρη-ματοδότησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων; Αν και το σενάριο φαντάζει ευφάνταστο και πεσιμιστικό, πιστεύουμε ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον σκεφτεί κανείς τις αλλαγές που γίνονται στην παιδεία τα τελευταία χρόνια.  Οι αδυναμίες του νόμου είναι πολλές για να αναλυθούν σε μία σελίδα : μειωμένη φοιτητική εκπροσώπηση στα όργανα, μη σωστή διαμόρφωση των ερωτηματολογίων, μη αναφορά στις κυρώσεις που θα επιβάλλονται σε καθηγητές που δεν έχουν καλή αξιολόγηση κ.α.

Τέλος, δεν είμαστε μόνιμοι αρνητές της προόδου, αλλά με τον τρόπο που επιχειρείται στην παρούσα φάση η αξιολόγηση, είμαστε κάθετα αντίθετοι. Ο καθένας θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν όντως χρειάζεται μια τέτοια γραφειοκρατική,  αμφι-λεγόμενη διαδικασία για να διαπιστωθούν οι οφθαλμοφανείς ανεπάρκειες των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Οι φοιτητές χρειάζονται ένα ερωτηματολόγιο για να διαπιστώσουν τις αδυναμίες του επιστημονικού προσωπικού ή τις ελλείψεις της υλικοτεχνικής υποδομής;

Αν κάποιος γνέφει καταφατικά σε αυτά τα ερωτήματα, τότε μάλλον αμφισβητεί τη νοημοσύνη των φοιτητών. Οι ίδιοι οι φοιτητές μπορούν να διεκδικήσουν τη βελτίωση της ποιότητας των σπουδών τους άμεσα, διαμέσου της γενικής συνέλευσης, η οποία τα τελευταία χρόνια δείχνει να ανακτά έδαφος στον αγώνα για την επίτευξη των διεκδικήσεων μας στο χώρο της σχολής μας. Το να εκχωρούμε τα δικαιώματα έκφρασης μας σε επιτροπές σημαίνει παραίτηση από τα άμεσα συμφέροντα μας. Για το λόγο αυτό η κινητοποίηση του καθενός σε ζητήματα που αφορούν το χώρο των σπουδών μας κρίνεται αναγκαία.                                 
 

                                
ΚΑΜΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
ΚΑΤΩ Ο ΝΟΜΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΕΞΩ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ                              


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου